γάργανον

γάργανον, τό,

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ГАРГАНСКАЯ ГОРА —    • Garganus mons,          τò Γάργανον όρoς, ныне под различными названиями: Monte Gargano, Calvo, Origone и т.д. назывался берег Апулии между устьeм реки Frento и городом Sipontum, выдающийся полушаром в Адриатическое море, имеющий в… …   Реальный словарь классических древностей

  • Μιχαήλ — I (εβρ. Μικαέλ = τις ως ο Θεός;). Όνομα με το οποίο αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη ο άγγελος φύλακας του Ισραήλ. Αναφέρεται επίσης στην Καινή Διαθήκη και στα απόκρυφα κείμενα. Η λατρεία του στη χριστιανική Εκκλησία (Αρχάγγελος Μιχαήλ) είναι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.